ασκωλιάζω

ἀσκωλιάζω και ἀσκωλίζω (Α) [ασκώλια]
1. πηδώ πάνω σε ασκό στη γιορτή των Ασκωλίων
2. πηδώ στο ένα πόδι, συνήθως στο αριστερό.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀσκωλιάζω — hop on greased wineskins at the pres subj act 1st sg ἀσκωλιάζω hop on greased wineskins at the pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκωλιάζῃ — ἀσκωλιάζω hop on greased wineskins at the pres subj mp 2nd sg ἀσκωλιάζω hop on greased wineskins at the pres ind mp 2nd sg ἀσκωλιάζω hop on greased wineskins at the pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκωλιάζοντι — ἀσκωλιάζω hop on greased wineskins at the pres part act masc/neut dat sg ἀσκωλιάζω hop on greased wineskins at the pres ind act 3rd pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκωλιάζουσι — ἀσκωλιάζω hop on greased wineskins at the pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἀσκωλιάζω hop on greased wineskins at the pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκωλιάζειν — ἀσκωλιάζω hop on greased wineskins at the pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκωλιάζοντας — ἀσκωλιάζω hop on greased wineskins at the pres part act masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκωλιάζοντες — ἀσκωλιάζω hop on greased wineskins at the pres part act masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκωλιάζουσαι — ἀσκωλιάζω hop on greased wineskins at the pres part act fem nom/voc pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκωλιάζων — ἀσκωλιάζω hop on greased wineskins at the pres part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ασκώλια — Ἀσκώλια, τα (Α) η δεύτερη μέρα των «εν αγροίς» Διονυσίων. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. ασκώλια πιθ. < ασκός, μέσω ενός επιθήματος ō(lο) . Η άποψη κατά την οποία λαμβάνεται ως βάση τ. *άσκωλος < *αν σκωλος (πρβλ. αφ ενός σκωλοβατίζω «βαδίζω με ξυλοπόδαρα»… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.